Φανταστείτε το Δίστομο, εκείνη την ιστορική κωμόπολη μεταξύ του Παρνασσού και του Ελικώνα, να μεταμορφώνεται ξαφνικά σε έναν αρχαίο διονυσιακό τόπο. Ο χειμώνας τελειώνει, η Καθαρά Δευτέρα ξημερώνει, και ξαφνικά οι δρόμοι γεμίζουν από τραγόμορφα πλάσματα: μισοί άνθρωποι, μισοί θηρία, καλυμμένοι με προβιές κατσικιών και κριαριών, με πρόσωπα βαμμένα με στάχτη.
Στη μέση τους κρέμονται αλυσίδες με βαριά, χειροποίητα μπρούντζινα κουδούνια – δεκάδες, διαφορετικών μεγεθών και σχημάτων – που χτυπούν με κάθε βήμα σαν απανωτοί κεραυνοι. Στα χέρια κρατούν μεγάλες μαγκούρες , στην κορυφή δεμένα κλαδιά ελιάς, σαν αρχαίους θύρσους, σύμβολο της επερχόμενης καρποφορίας, αλλά και κέρατα κριαριών.. Α, και με αθυρόστομες ατάκες και αυτοσχέδια τραγούδια με εξαιρετικά πικάντικους στίχους.



















