Γλωσσικά
Το πανέμορφο τούτο πτηνό έχει ένα αρκετά «δύσοσμο» όνομα. Κατά το λεξικό
του Μπαμπινιώτη, η λέξη πέρδικα παράγεται από το το ρ. πέρδομαι (: πορδίζω, βδέω
> βδελυρός), λόγω του θορύβου που προκαλούν τα φτερά της. Η ερμηνεία της
λέξης μπορεί να είναι “δύσοσμη” ο λαός μας, όμως, εδώ και χιλιάδες χρόνια, την
αναφέρει στο λόγο του, είτε επειδή θέλει να αναφερθεί στην όμορφη γυναίκα :
«καλώς την να την πέρδικα, που περπατάει λεβέντικα» ή την «περδικόστηθη», είτε
επειδή αναφέρεται στην καλή υγεία: «σε δυο μέρες θα είσαι περδίκι», είτε
αναφέρεται στο θάρρος του ανθρώπου: «το λέει η περδικούλα του». Από τα Ελληνικά
προέρχεται και η επιστημονική της ονομασία “alectoris
graeca”, ενώ στις περισσότερες γλώσσες φέρει τον προσδιορισμό “graeca” (: η ελληνική). Στα Ιταλικά ονομάζεται: cutornice, στα Αγγλικά: rock
patridge, στα Γαλλικά: perdix
bertavella, στα Γερμανικά: alpensteinhuhn, στα Ισπανικά: perdiz
grieca, στα Ολλανδικά: europese
steenpatrijz. Στα Ελληνικα, η αλεκτορίς, η ελληνική, αποκαλείται και ορεινή πέρδικα
ή πέρδικα του βουνού ή μπαρταβέλλα, ή βουνίσια ή πετροπέρδικα.
