Με μια εξαιρετικά
επίκαιρη συζήτηση που συνδέει την Μνήμη των εγκλημάτων των ναζί με την
αντιμετώπιση της ακροδεξιάς που, όπως τονίστηκε από τους ομιλητές, καταγράφει
άνοδο στην Ευρώπη με διάφορες μορφές, συνεχίστηκαν χθες οι πολυήμερες
εκδηλώσεις για την 81η Επέτειο της Σφαγής του Διστόμου από τους
Γερμανούς Ναζί το 1944.
Σήμερα συνεχίζονται
και κορυφώνεται αύριο 10η Ιουνίου με το αρχιερατικό Μνημόσυνο και την
πορεία στον Λόφο του Μαυσωλείου.
Επειδή η Πρωτομαγιά δεν είναι γιορτούλα να μαζεύουμε λουλουδάκια και να ξανατρώμε κοψίδια, σας έβαλα αυτό το αριστουργηματικό τραγούδι σε μουσική Μίκη Θεοδωράκη και στίχουςΓίαννη Ρίτσου, που ερμηνεύει μοναδικά και ανεπανάληπτα οΓρηγόρης Μπιθικώτσης.
''Μέρα μαγιού μου μίσεψες''. Για να μην ξεχνάμε τα πάθη που πέρασε ο ελληνικός λαός, και που περνά ακόμη...
Η σημερινή Καθημερινή της Κυριακής 20/2/2011 οφείλει να δώσει μια εξήγηση
για το τεράστιο λάθος της να διαφημίσει ΤΟ ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ του μεγάλου Μίκη
Θεοδωράκη στην πρώτη μεγαλειώδη εκτέλεση με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση το
1964!
Ενώ
το εξώφυλλο του CD είναι αυτό της πρώτης εκτέλεσης και αναφέρει τους
συντελεστές της πρώτης εκτέλεσης με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, ανοίγοντας
το CD και βάζοντας το μέσα στο CD Player παρατηρούμε και ακούμε ότι
πρόκειται για την ζωντανή εκτέλεση του 1988 στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού
με τον Γιώργο Νταλάρα (δεύτερη εκτέλεση)! Όσοι αγόρασαν την Καθημερινή
σήμερα μπορούν να το επιβεβαιώσουν ακούγοντας το CD, στείλτε μας τα
σχόλια σας για να δούμε αν αυτό είναι γενικευμένο η έτυχε μόνο σε μερικά
φύλλα!
Παρακαλώ
μια εξήγηση από την Καθημερινή και ΑΜΕΣΗ ΔΙΟΡΘΩΣΗ την επόμενη Κυριακή
αλλιώς θα υποθέσουμε άλλα πράγματα και μας θα λέτε πάλι ότι πιστεύουμε
σε συνωμοσίες, προς το παρόν επειδή είμαι καλοπροαίρετος άνθρωπος
υποθέτω ότι πρόκειται απλώς για τραγικό λάθος!
UPDATED ΚΕΙΜΕΝΟ:
Σύμφωνα
με πληροφορίες και σχόλια αναγνωστών το λάθος είναι της δισκογραφικής
και όχι της εφημερίδας Καθημερινή και θα διορθωθεί την επόμενη βδομάδα
βάζοντας 2 Cd του Θεοδωράκη, του προγραμματισμένου ΠΟΛΙΤΕΙΑ Α+Β και του
αυθεντικού ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ του 1964 με τον Γρηγόρη Μπιθικώτση. Το λάθος
διορθώθηκε κατά το ήμισυ, πολύς κόσμος που δεν θα έπαιρνε την εφημερίδα
την επόμενη Κυριακή θα αναγκαστεί να πληρώσει άλλα 4 ευρώ για να πάρει
το αυθεντικό ΑΞΙΟΝ ΕΣΤΙ με τους Μπιθικώτση - Κατράκη - Δημήτριεφ.
Υ.Γ.
Δεν κρίνω ούτε κατακρίνω την ζωντανή εκτέλεση του 1988 στο Ωδείο Ηρώδου
του Αττικού με τον Γιώργο Νταλάρα - Ν.Τσακίρογλου - Α. Κουλουμπή η
οποία εξάλλου έχει διεύθυνση του ιδίου του Μίκη και είναι εξαιρετική,
κατακρίνω όμως το όλο γεγονός που παίχτηκε από την εφημερίδα, απ την
στιγμή που επί μια βδομάδα διαφημιζόταν σε όλα τα ΜΜΕ η αυθεντική
εκτέλεση των Μπιθικώτση - Κατράκη - Δημήτριεφ και ο κόσμος έσπευσε να αγοράσει την εφημερίδα για την ΣΥΓΚΕΚΡΙΜΕΝΗ εκτέλεση.
Κι
ένα απόσπασμα απο το κλείσιμο της συναυλίας αυτής στο Ηρώδειο, όπου
τραγούδησε ο ΑΕΙΜΝΗΣΤΟΣ Γρηγόρης Μπιθικώτσης υπο την διεύθυνση του Μίκη
μας.
Πριν λίγες μέρες, μετά από ένα έντονο επεισόδιο με κάποιον, ένεκα μουσικών γούστων και όχι μόνο, αλλά και προτίμησης ανθρώπων βάσει εμπειριών αλλά και ενστίκτου, κατάλαβα ότι είμαι πολύ μόνος τελικά. Πιό πολύ απ' όσο περίμενα.
Έγραψα λοιπόν σε κάποια προσωπική μου σελίδα:
''Σιχάθηκα
την ψευτιά,την υποκρισία και την ευτέλεια. Είμαι κατηγορούμενος επειδή
δεν είμαι ευτελής, ή μάλλον που προσπαθώ να μην είμαι ευτελής...''
Αλλά το πιο ωραίο ήταν μια απάντηση. Η απάντηση της φίλης μου ( επέτρεψε μου να σε θεωρώ φίλη ), της Γενοβέφας Χουστουλάκη:
'' Εκτίθεμαι σε όποια απογοήτευση, πρόκληση, μελαγχολία και χαρά, διαίρεση
και επανένωση, λύπη και ευφορία συνεχίζει να με συγκινεί και να με
αφοπλίζει. Σκέφτομαι και αναρωτιέμαι σαν πολλά ακόμα εκατομμύρια
ανθρώπους σε όλον τον κόσμο. ΑΛΛΑ ΣΥΜΒΙΒΑΣΜΟΥΣ ΜΕ ΤΗΝ ΕΥΤΕΛΕΙΑ ΔΕΝ
ΚΑΝΩ...Είμαι μια σειρά από ιδιότητες που αρνούμαι να μου αποδίδονται,
επειδή έτσι πρέπει...ΣΥΝΕΧΙΣΕ ΝΑ ΕΙΣΑΙ Ο ΕΑΥΤΟΣ ΣΟΥ! ΤΙΠΟΤΑ ΜΗ ΣΕ
ΛΥΓΙΖΕΙ ΑΝ ΣΕ ΑΛΛΟΤΡΙΩΝΕΙ...'' Τέλος μου αφιέρωσε ένα υπέροχο τραγούδι ερμηνευμένο απ' τον αγαπημένο μου τον Γρηγόρη τον Μπιθικώτση, και με συγκίνησε ιδιαίτερα. Σας το αφιερώνω κι εγώ με τη σειρά μου:
Στον πόλεμο με γνώρισες
στο χαλασμό του κόσμου
και φυλαχτό μου φόρεσες
για να γυρίσω φως μου
Το δάκρυ κάναμε νερό
και το κρασί φαρμάκι
και με το κύμα τ' αλμυρό
χορτάσαμε ψωμάκι
και με το κύμα τ' αλμυρό
χορτάσαμε ψωμάκι
το δάκρυ κάναμε νερό
και το κρασί φαρμάκι
*Επειδή αυτές τις μέρες στο Δίστομο τα μπουζούκια έδιναν κι έπαιρναν, και επειδή είναι απ' τα λίγα μέρη που γουστάρουν Ρεμπέτικο τραγούδι, αναδημοσιεύω αυτό το άρθρο.
Ο Μάρκος Βαμβακάρης γεννήθηκε στηΣύρο και συγκεκριμένα στο Σκαλί της ¶ νω Χώρας, στις 10 Μαΐου του 1905, ημέρα Τετάρτη, στις τρεις η ώρα το πρωί. Ήταν ο πρώτος από τα έξι παιδιά του Δομένικου και της Ελπίδας Βαμβακάρη. Τα άλλα παιδιά ήτανε με τη σειρά ο Λεονάρδος, ο Φραγκίσκος,η Γκράτσια, ο Αργύρης και η Ρόζα.
Ο Δομένικος, ο πατέρας του Μάρκου, ήταν γιος του Μάρκου του Ρόκου και είχε άλλα δύο αδέρφια, τον Αντώνη και το Μορφίνη. Και τα τρία αδέρφια έπαιζαν γκάιντα. Ο Δομένικος έκανε διάφορες δουλειές για να ζήσει την οικογένειά του. ¶ λλοτε δούλευε καρβουνιάρης, άλλοτε έπλεκε καλάθια, πότε-πότε πήγαινε στα χωράφια ως σκαφτιάς. Η Ελπίδα Βαμβακάρη, ήταν ένα από τα έξη παιδιά του Λεονάρδου Προβελέγγιου, ο οποίος ήταν ράφτης στο επάγγελμα. Όπως θυμάται ο Μάρκος:
«Η μάνα ήτανε όμορφη και χαρούμενη. Αστειευόταν, τραγουδούσε όμορφα, όλο ζωή ... ».
Το 1909 ο Μάρκος πρωτοπήγε στο σχολείο, ενώ το 1912, πριν να τελειώσει την τετάρτη δημοτικού, αναγκάστηκε να διακόψει διότι πήραν τον πατέρα του στο στρατό. Η μητέρα του Ελπίδα μαζί με το Μάρκο έπιασαν δουλειά στο κλωστήριο του Δεληγιάννη. Εκείνη την εποχή γεννήθηκε η Γκράτσια, η πρώτη αδερφή του Μάρκου. Ο Μάρκος όμως δεν μπορούσε να χωρέσει στο εργοστάσιο. Η μητέρα του είδε κι απόειδε και τον έδωσε παραγιό σ 'έναν ξάδερφό της με το παρατσούκλι ο Μούγιας, που διατηρούσε μπακάλικο στην πόλη της Σύρας. Κάτι όμως η θεία του η στρίγγλα, κάτι ο θείος του ο Μούγιας, έφυγε και από εκεί. Μετά από μία γερή πνευμονία κατέβηκε στην πόλη της Σύρου, όπου πήγε να δουλέψει ως χασάπης. Δούλεψε σε δύο χασάπικα και στη συνέχεια έπιασε δουλειά ως εφημεριδοπώλης. Η δουλειά αυτή τον έσπρωχνε προς την αλητεία και αποφάσισε να αλλάξει και να δουλέψει σε οπωροπωλείο. ¶ λλαξε δύο οπωροπωλεία, ώσπου κατέληξε και πάλι εφημεριδοπώλης στο πρακτορείο των Αθηναϊκών εφημερίδων, ενώ το βράδυ δούλευε ως λούστρος. Όλα αυτά μέχρι το 1917, δώδεκα χρονών στα δεκατρία, ώσπου μία μέρα κύλησε ένα μεγάλο βράχο σε μία κατηφόρα και αυτός πήγε και έπεσε μέσα σε ένα σπίτι. Τον έψαχνε η αστυνομία και ο Μάρκος από το φόβο του μπήκε λαθρεπιβάτης σε ένα καράβι για τον Πειραιά.
ΠΟΛΥΤΕΧΝΙΤΗΣ ΚΙ ΕΡΗΜΟΣΠΙΤΗΣ
Τα πρώτα χρόνια στον Πειραιά ήτανε δύσκολα για το Μάρκο. Έμενε στα Ταμπούρια και αρχικά δούλεψε ως γαιανθρακεργάτης.
«... Πότε βγάζαμε το κάρβουνο όξω από τα φορτηγά που ξεφορτώναμε. Πότε πηγαίναμε κάτω στο λιμάνι, πιάναμε μια μαούνα εξήντα, εβδομήντα τόνους, δέκα νοματαίοι, δώδεκα, την οποία έπρεπε να την αδειάσουμε στον Κάνθαρο, μέσα εκεί που είχανε τις αποθήκες του κάρβουνου οι μεγάλοι εφοπλιστές ... ».
Ήρθε κάποια στιγμή και όλη η οικογένειά του στον Πειραιά και αυτός με τον πατέρα του ζούσαν την οικογένεια δουλεύοντας στο κάρβουνο. Αφού δούλεψε τέσσερα χρόνια στη σκληρή αυτή δουλειά, πήγε στη χαμαλίκα και ξεφόρτωνε εμπορεύματα στη Ζέα, στο τελωνείο του Μαργιολή, όπου έμεινε δύο-τρία χρόνια. Στην περίοδο αυτή παντρεύτηκε με τη Ζιγκοάλα, την πρώτη του γυναίκα, την οποία καθώς έλεγε μίσησε στο τέλος όσο καμία άλλη γυναίκα στον κόσμο. Ο έρωτας του Μάρκου με τη Ζιγκοάλα ήταν κεραυνοβόλος, αλλά η κατάληξη άσχημη.
«... Δεκαεννιά χρονών έγινα αγαπητικός στο μπορντέλο μιας Ειρήνης από τη Σύμη. Ήτανε στο δεύτερο διαμέρισμα των Βούρλων, η πρώτη μου ερωτική επαφή. Μεγαλύτερη είκοσι εφτά, είκοσι οκτώ χρονών, δινε και λεφτά και μου 'κουστούμια. Αγάπησα την άλλη, τη Μανιάτισσα, τη Ζιγκοάλα, και την απαράτησα ... ».
Εκείνη την περίοδο άρχισε να πηγαίνει στους τεκέδες. Δεκαοχτώ χρονών ξεκίνησε τη μαστούρα. Ήταν η εποχή που ο Μάρκος αλήτευε στους τεκέδες και άρχισε να έχει νταραβέρια με την αστυνομία. Το πρωί στη δουλειά, το βράδυ στον τεκέ. Για εννιά μήνες περίπου δούλεψε με τον πατέρα της Ζιγκοάλα, χαμαλίκι πάλι στο τελωνείο. Κατά το 1922-'23 έφυγε από λιμενεργάτης και πήγε εκδορέας στα σφαγεία του Πειραιά. Σιγά-σιγά έγινε δεινός εργάτης στα σφαγεία, άριστος εκδορέας. Περίπου ένα χρόνο μετά ο Μάρκος μυήθηκε στο μπουζούκι, το όργανο που του άλλαξε τη ζωή:
«... Λίγο πριν πάω στρατιώτης, το 1924 ή αρχή το '25, άκουσα κατά τύχη τον μπάρμπα Νίκο τον Αϊβαλιώτη να παίζει το μπουζούκι, το οποίον τόσο πολύ μου άρεσε, ώστε έκανα όρκο ότι αν δεν μάθω μπουζούκι θα κόψω τα χέρια μου με την τσατίρα που σπάνε τα κόκαλα στο μαγαζί ... ».
ΤΕΤΡΑΣ, Η ΞΑΚΟΥΣΤΗ, ΤΟΥ ΠΕΙΡΑΙΩΣ
Φαντάρος πήγε για δεκατέσσερις μήνες, όταν έγινε είκοσι χρονών. Δεκατέσσερα χρόνια θα ήτανε μαζί με τις φυλακές που είχε φάει, αλλά τα κατάφερε και απολύθηκε. Γύρισε στο σπίτι του, αλλά λίγο-λίγο άρχισε να μην πηγαίνει στη δουλειά. Ο πατέρας του και η μάνα του μαραζώνανε γιατί τον βλέπανε να μη δουλεύει, να γυρίζει στους τεκέδες συνεχώς μαστούρης. Ο Μάρκος είχε συνεχώς στο μυαλό του το μπουζούκι, αυτό τον είχε συνεπάρει, αλλά είχε πέσει και στην αλήτικη ζωή με τους τεκέδες και τη μαστούρα σε καθημερινή βάση. Το 1930 ο Δομένικος, ο πατέρας του Μάρκου, πέθανε χωρίς να προφτάσει να δει το γιο του στα πάλκα και στα γραμμόφωνα.
Ο Μάρκος είχε αρχίσει να γράφει δικά του τραγούδια. Παιζε με το μπουζούκι του και τα θυμότανε χωρίς να πάει σε κάποιον μουσικό να του βάλει Μέχρι το '33 είχε γράψει περίπου 50 τραγούδια και τα «νότες.
Με το Γιώργο το Μπάτη, τον Ανέστη το Δελιά και το Στράτο τον Παγιουμτζή είχαν γνωριστεί στους τεκέδες και γυρνάγανε μαζί και παίζανε, τραγουδάγανε και πίνανε και διασκέδαζαν τους μάγκες για το κέφι τους.
Το 1934 ο Μάρκος, ο Μπάτης, ο Στράτος και ο Δελιάς φτιάξανε την ξακουστή τετράδα του Πειραιώς και άρχισαν να παίζουν στη μάντρα του Σαραντόπουλου στην Ανάσταση του Πειραιώς, κοντά στον ¶ γιο Διονύση. Ο Μάρκος ήτανε ακόμα εκδορεύς και όποτε πήγαινε για δουλειά πληρωνόταν καλά. Όμως το μπουζούκι τον τραβούσε περισσότερο. Στου Σαραντόπουλου έπαιξαν για πέντε-έξι μήνες. Στη συνέχεια ο Μάρκος άνοιξε το δικό του μαγαζί στα ¶ σπρα Χώματα. Στην κομπανία προστέθηκε και ο Σκαρβέλης, ο λεγόμενος Παστουρμάς. Η αστυνομία όμως δεν του άδεια έδωσε-αφού ο Μάρκος δε δέχτηκε να «πάει με τα νερά τους» - και έτσι αναγκάστηκε να το κλείσει. Μετά τα ¶ σπρα Χώματα αποφάσισε να ταξιδέψει στη Σύρα, για πρώτη φορά μετά από 20 χρόνια. Ένα μαγαζί της παραλίας για περίπου δύο Πήρε τον Μπάτη, τον αδερφό του το μικρό τον Αργύρη και το Ροβερτάκη και έπαιξε σ 'μήνες. Όταν γύρισε στον Πειραιά έγραψε τη Φραγκοσυριανή.
Η ΔΙΣΚΟΓΡΑΦΙΑ ΚΑΙ Η ΔΟΞΑ
Στη δισκογραφία μπήκε το 1933. Στην Odeon γραμμοφώνησε τον πρώτο δίσκο που από τη μία μεριά είχε το «Καραντουζένι» (Έπρεπε να 'ρχόσουνα μάγκα μες στον τεκέ μας) και από την άλλη μεριά το «» Αράπ (ένα σόλο ζεϊμπέκικο).
Έπρεπε να'ρχόσουνα μάγκα μες στον τεκέ μας «Μα έτσι, μα αλλιώς, επί τέλους με βάλανε και ετραγούδησα για πρώτη φορά το« Έπρεπε να ' ». Μόλις το ετραγούδησα εμείνανε άναυδοι. Εγώ δεν πίστευα ότι είχα καλή φωνή γιατί όταν επήγαινα σχολείο, στην ωδική με είχανε στη δεύτερη φωνή. Δεν ήμουνα στην πρώτη φωνή. Τέλος πάντων, δεν ήξερα ότι και η δεύτερη φωνή έχει αξία. Δεν το ήξερα. Και έβλεπα εδώ που ήταν οι τενόροι, ενώ η δική μου φωνή έπιανε μπάσα. Αλλά ήτανε αυτή η φωνή που ζητάγανε αυτοί ... ».
Τα τραγούδια έβγαιναν σε δίσκους και ο Μάρκος άρχισε να γίνεται περιζήτητος. Την εποχή εκείνη είχε βουίξει όλος ο ντουνιάς με τα νταραβέρια της Ζιγκοάλα με έναν φίλο του Μάρκου. Ο Μάρκος αγαπούσε πολύ τη γυναίκα του αλλά και ντρεπόταν συνάμα, γιατί όλοι οι μάγκες στους τεκέδες γνωρίζανε τα καμώματά της. Με τον αδερφό του, το Φραγκίσκο, αυτό είχανε μαλώσει άγρια γι 'το θέμα. Ο ένας φοβόταν τον άλλο, μίσος απερίγραπτο. Τελικά ο Μάρκος χώρισε τη Ζιγκοάλα και έφυγε από κοντά της. Η γυναίκα αυτή τον κυνήγησε και ζήτησε δικαιώματα από τα τραγούδια του αλλά ο Μάρκος δεν της έδωσε δεκάρα, γράφοντας τα τραγούδια του με το ψευδώνυμο Ρόκος, (το όνομα του παππού του). Με τη δισκογραφία άρχισαν και οι περιοδείες και η δόξα. Τρεις φορές πήγε στη Θεσσαλονίκη. Πήγε ακόμα στο Βόλο, στη Λάρισα, στα Τρίκαλα, σε πολλές πόλεις. Για κάθε πόλη που πήγαινε είχε και μία ιστορία για να διηγηθεί.
Μετά τις περιοδείες άρχισε να δουλεύει στου Αντώνη του Βλάχου, στο Βοτανικό που είχε ένα μαγαζί-μπαρ στις γραμμές του σιδηροδρόμου. Μαζί του είχε το Γιάννη τον Παπαιωάννου, τον Κώστα τον Καρίπη, το Στέλιο τον Κερομύτη και κάποιον Στέλιο με ένα σαντούρι. Αργότερα προστέθηκε στο σχήμα και η Στέλλα Χασκίλ καθώς και άλλες τραγουδίστριες. Τα σχήματα αυτά γνώρισαν μεγάλη επιτυχία μέχρι τη μέρα που κηρύχτηκε ο πόλεμος.
Ο ΑΦΟΡΙΣΜΟΣ
O Βοτανικός έκλεισε με την έναρξη του πολέμου. Ο Μάρκος άρχισε να παίζει στο μαγαζί του Μάριου Δαλέζιου στην οδό Ίωνος 6, μαζί με τον Κερομύτη, τον Παπαϊωάννου, τον Περιστέρη, τον Καρίπη και άλλους. Τα χρόνια ήταν δύσκολα και η Κατοχή σκληρή. Το '41 πέθανε ο αδερφός του ο Λεονάρδος και το '42 πέθανε και η μητέρα του Ελπίδα. Ο Μάρκος έμεινε με τα δύο μικρά του αδέρφια, τη Ρόζα και τον Αργύρη. Η Κατοχή κράταγε ακόμη. Εκείνη την εποχή, η μεγάλη του αδερφή, η Γκράτσια τον παρακίνησε να παντρευτεί με τη Βαγγελιώ, τη γυναίκα που έμελλε να είναι η τελευταία νόμιμη σύντροφός του. Ο Μάρκος μετά τη συμφορά που είχε πάθε με την πρώτη του γυναίκα, τη Ζιγκοάλα, δεν έπαιρνε την απόφαση. Τελικά μία Κυριακή του '42 έγιναν οι ορθόδοξοι γάμοι του Μάρκου με τη Βαγγελιώ. Για το γεγονός αυτό αφορίστηκε από την καθολική εκκλησία και μόλις το 1966 του δόθηκε και πάλι η κοινωνία των Καθολικών. Τα δύο πρώτα παιδιά του Μάρκου και της Βαγγελιώς χάθηκαν πρόωρα. Το 1944 η Βαγγελιώ γέννησε το Βασίλη και ακολούθησαν άλλα δύο αγόρια, ο Στέλιος το 1947 και ο Δομένικος το 1949. Μετά το Μάριο ο Μάρκος έπιασε δουλειά στην οδό Ίωνος σ 'ένα μαγαζί που το έλεγαν «¶ μφισσα». Μαζί του είχε και το μικρό του αδερφό τον Αργύρη, μέχρι που τελείωσε ο πόλεμος.
Η ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΑΝΑΛΑΜΠΗ ΚΑΙ Η ΛΗΣΜΟΝΙΑ
Μετά την «¶ μφισσα» δούλεψε επτά-λεγαν «Καρέ του ¶ σσου» και στη συνέχεια στου Βαγγέλα ένα οκτώ μήνες σ 'μαγαζί που το », στην οδό Πατησίων. Ένα μαγαζί στην παραλία του Από εκεί μετακόμισε στην Τρούμπα σ 'Λινάρη. Στις αρχές του '47 τον βρήκε ο Παπαϊωάννου και μαζί με τον Ροβερτάκη, τον Καρίπη, το Χατζηχρήστο, τον Κερομύτη, τον Περιστέρη και άλλους άρχισαν να παίζουν στου Καλαματιανού στις Τζιτζιφιές. Παράλληλα ο Μάρκος άρχισε να βγάζει ξανά δίσκους σε διάφορες εταιρίες και όλοι γίνονταν ανάρπαστοι. Στη συνέχεια έπιασε δουλειά ξανά στου Μάριου που ήταν συμπατριώτης του καθολικός και είχε μεταφέρει το μαγαζί του από την οδό Ίωνος στις Τζιτζιφιές. Μέχρι τις Τζιτζιφιές ο Μάρκος τα βόλευε καλά.
Το 1954 αρρώστησε με βαριά αρθρίτιδα και σταμάτησε να παίζει. Το '55, το '56 το '57 και το '58 ο Μάρκος είχε «σβήσει» από τα πάλκα (πάρκα όπως τα έλεγε). Ταξίδεψε στην Ικαρία, τη Σάμο, την ¶ ρτα, τα Γιάννενα, την Πρέβεζα, το Μεσολόγγι, το Βόλο, τη Λάρισα, σε πολλές πόλεις αλλά δουλειά σε πάλκο δεν υπήρχε για το Μάρκο. Στην Αθήνα δεν τον έπαιρνε κανένας σε κάποιο μαγαζί. Οι δισκογραφικές εταιρίες αλλά και οι «φίλοι», αυτούς που ευεργέτησε ο Μάρκος, όλοι τον είχανε ξεχάσει. Ακόμα και ο αδερφός του ο Αργύρης! Η ζωή ερχόταν βόλτα δύσκολα.
Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΚΑΡΙΕΡΑ ΚΑΙ Η ΑΠΟΘΕΩΣΗ
Μια μέρα του καλοκαιριού, το 1959 οΓρηγόρης ο Μπιθικώτσης, που αγαπούσε πολύ το Μάρκο, του έφερε το καλό νέο. Η Κολούμπια θα έβγαζε όλα τα τραγούδια του τραγουδισμένα με τη φωνή του Γρηγόρη. Νέα αλλά και παλιά του τραγούδια ερμηνευμένα από το Γρηγόρη Μπιθικώτση έφεραν το Μάρκο στο προσκήνιο. Στις 19/5/1960 η δεύτερη δισκογραφική καριέρα του Μάρκου είχε ξεκινήσει. Μετά τη μεγάλη επιτυχία στη δισκογραφία, δίνεται η δυνατότητα στο Μάρκο να ξαναδουλέψει στα λαϊκά πάλκα, αλλά και να δώσει συναυλίες σε πρωτόγνωρους για τους ρεμπέτες χώρους. Το 1966 κάνει την εμφάνισή του σε μπουάτ στην Πλάκα, ενώ ακολουθεί η συναυλία στο θέατρο «Κεντρικόν» το χειμώνα της ίδιας χρονιάς και στη συνέχεια πολλές εμφανίσεις στην Αθήνα και σε άλλες πόλεις της Ελλάδας. Όλοι οι παραγωγοί των δισκογραφικών εταιρειών, που είχαν παραμερίσει το Μάρκο, συνωστίζονταν τώρα στην πόρτα του και τού ζητούσαν να ηχογραφήσει όποιο τραγούδι θέλει αυτός. Ο Μάρκος είχε πάρει την «εκδίκησή» του.
Οι πολλές αρρώστιες είχαν αρχίσει να λυγίζουν το γίγαντα από καιρό. Στις 8 Φλεβάρη του 1972, ο Μάρκος πέρασε στην ιστορία, αφήνοντας τεράστια παρακαταθήκη:
Το μπουζούκι, έγινε λαϊκό όργανο, και καταξιώθηκε ως τέτοιο, αυτόν χάρις σ'αυτόν.
Η λαϊκή ορχήστρα με κυρίαρχα τα μπουζούκια, που πρώτος εισήγαγε, ήταν πλέον θεσμός (ακόμα και σήμερα λέμε «πάμε στα μπουζούκια»).
Ο ίδιος, πέθανε αποθεωμένος, θρύλος του λαϊκού τραγουδιού, και αιώνιος πατριάρχης.
Η Εργατική Πρωτομαγιά, είναι μια μέρα που έχει συνδεθεί με τους αγώνες των εργαζομένων και της εργατιάς, καθώς και με πολύ αίμα που έχυσαν κάποιοι για να έχουμε σήμερα δικαιώματα στην εργασία, αυτά που τώρα πάνε να μας τα ξαναστερήσουν.
Οπότε είναι πολύ επίκαιρο το πολύ μικρό αφιέρωμα, γιατί κάπως έτσι θα ξαναγίνουμε τώρα με το Δ.Ν.Τ και με την άθλια παγκοσμιοποίηση που μας πάσαραν. Θα βγαίνουμε δηλαδή στους δρόμους για την διεκδίκηση των δικαιωμάτων μας.
Το θέμα είναι ότι τώρα ξέρουμε να βγούμε στους δρόμους όπως άλλοτε; Θα δείξει. Εγώ πιστεύω ότι ''ψήνεται'' η λαϊκή εξέγερση, και ότι δυστυχώς θα βαφτεί και με αίμα.
Απολαύστε αυτό το μεγάλο τραγούδι λοιπόν, που όσες φορές κι αν το ακούμε ανατριχιάζουμε και προβληματιζόμαστε
Γράφτηκε από τον μεγάλο μας ποιητή Γιάννη Ρίτσο, με αφορμή την δολοφονία ενός αγωνιστή νεαρού από φασιστικά στοιχεία, σε μια εξέγερση του Μαΐου στην Θεσσαλονίκητο 1936, όταν μια μάνα θρηνούσε και μοιρολογούσε πάνω στον νεκρό γιό της. ( Φωτογραφία άρθρου ).
Έτσι λοιπόν ο μεγάλος μας ποιητής το έγραψε στο έργο του ''Επιτάφιος'', όπου μελοποιήθηκε από τον απέραντο μουσικό και αγωνιστή, Μίκη Θεοδωράκη.
Με ένα από τα μεγαλύτερα αριστουργήματα του μέγιστου Έλληνα Μίκη Θεοδωράκη, θα χαιρετήσουμε τον Απρίλη, τον μήνα των μυρωδιών και του έρωτα, των χρωμάτων και των αισθήσεων.
Ερμηνεύει ο αξεπέραστος και μεγάλος, Γρηγόρης Μπιθικώτσης.
Μουσική - στίχοι: Μίκης Θεοδωράκης
Απρίλη μου, Απρίλη μου ξανθέ
και Μάη μυρωδάτε, καρδιά μου πώς αντέ-
Καρδιά μου πώς, καρδιά μου πώς αντέχεις
μέσα στην τόση αγάπη και στις τόσες ομορφιές
Γιομίζ’ η γειτονιά τραγούδια και φιλιά
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ
Την κοπελιά μου τη λένε Λενιώ, μα το ’χω μυστικό
Αστέρι μου, αστέρι μου χλωμό
του φεγγαριού αχτίδα στο γαϊτανόφρυδο
Στο γαϊτανο-, στο γαϊτανοφρυδό σου
κρεμάστηκε η καρδιά μου σαν το πουλάκι στο ξόβεργο
Γιομίζ’ η γειτονιά...
Λουλούδι μου, λουλούδι μυριστό
και ρόδο μυρωδάτο, στη μάνα σου θα 'ρθω
στη μάνα σου, στη μάνα σου θα 'ρθω
να πάρω την ευχή της και το ταίρι που αγαπώ
Ψέματα, επίδειξη, ηλιθιότητα, σνομπισμός, δυσφήμιση.
Η δυσπιστία προς του πολιτικούς και η απαξίωσή τους, είναι φαινόμενο που έχει ποτίσει πια το νού και την ψυχή μας.
Πλέον αυτή η λέξη, η λέξη ''πολιτικός'', σε παραπέμπει σε κλοπές, χλιδή, χρήματα, φατριές, κομπίνα, σαλιγκαρισμό και σε τίποτα καλό. Καθώς και οι δορυφόροι τους, κάποιοι ετεροδημότες που μας επισκέπτονται τρεις φορές τον χρόνο ( Τι πλάκα έχουν αυτοί και τα παιδιά τους!!!!!! )
Είμαι 35 χρονών. Στην αρχή , όταν κοινωνικοποιήθηκα, ήμουν ρομαντικός. Άρχισα να μεγαλώνω στα 18 μου, και νόμιζα ότι απέκτησα και πολιτική συνείδηση, μιμούμενος ορισμένους ψευτοαριστερίζοντες που τώρα δεν ξέρουν τι έχουν, σνομπάρουν τον τόπο τους, ζουν αλλού, κι από το στυλ με το τσιγάρο και τα κίτρινα δάκτυλα από την δήθεν κουλτούρα και την βασανισμένη σκέψη, εξελίχθηκαν σε γιάπηδες με άλλη προφορά, σνομπάροντας την ντοπιολαλιά και τις ρίζες τους.
Τα δε παιδιά τους, απλησίαστα και τρομερά γλειώδη. Έρχονται εδώ κάθε Πάσχα, φωτογραφίζοντας εμάς τους ''Χωρικούς''!!! Να γυρνάμε με τα παλιά μας ρούχα τη σούβλα και να τραγουδάμε τα τοπικά μας τραγούδια.
Τα ΣΚ που έρχονται από Αθήνα για Παρνασσό ( Η μόδα του χειμώνα ), σαν τα κοπάδια, επειδή το υποδεικνύει η μόδα και τι in περιοδικά, τρέχουν με χίλια και σου παίζουν τα φώτα αλαζονικά προσπερνώντας τυφλά.
-'Κάνε πέρα να περάσω ρε ταπεινέ με το fiat και με τα 1.100 κυβικά, Βλάχο...Ε Βλάχο''
Ξέρεις ποιός είμαι εγώ; Μπορώ να σε αγοράσω. Μπορώ να σε πάω φυλακή. Το αυθαίρετό μου στα βόρεια προάστια το έχω δίπλα στον κολλητό μου και κουμπάρο μου ρε...Ξέρεις ποιός είναι ρε; Ο πρώην υπουργός Νικόλαος Φασιστίδης. Γι' αυτό κανόνισε''
Συνεχίζουν την πορεία τους, σταματούν, κάνουν σαματά με τα πολλά ευρώ τους.
Έπειτα έρχονται για λίγο στο Δίστομο, και καθώς κάθονται στα στέκια μας, στα καφέ μας, μιλούν πολύ - πολύ δυνατά, με σκοπό να τους ακούν οι ντόπιοι, οι ''επαρχιώτες'' και να τους θαυμάζουν,
( τουλάχιστον έτσι πιστεύουν ).
Όταν τύχει και μεθύσουν γλεντούν με τα εμετικά σουξέ της εποχής και με βαρύ σκυλάδικο, πετώντας τα λεφτά επιδεικτικά και εξαγοράζοντας έτσι κάποιες φιλοχρήματες συνοδούς.
Γιατί χωρίς το χρήμα είναι μηδενικά.
Φίλους δεν έχουν. Απλά δίπλα τους έρχονται οι δορυφόροι επίδοξοι κομματάρχες, και ο φουκαράς ο σερβιτόρος δίπλα, έχει τους κουβάδες και την σφουγγαρίστρα για να μαζέψει τα σάλια τους.
Σερπετά σε όλο τους το μεγαλείο.
Το κριτήριο της φιλίας τους, δεν είναι η αγάπη και η φυσιολογική προσέγγιση, αλλά η κατά τη γνώμη τους οικονομική άνεση και η κομματική θέση.
Άδεια μύδια από γνώσεις, στερημένοι από πολιτισμό κι από ανθρωπιά.
Αυτή είναι η νεόπλουστη γενιτσαρική κάστα των Νεοελλήνων. Η κάστα που έχτισαν τα μεγάλα κόμματα στα 35 χρόνια που εγώ ζω, παρατηρώ και οσφρίζομαι.
Η πιο επικίνδυνη κάστα ανθρώπων. Γιατί έχουν χρήμα χωρίς γνώση, εξαρτώνται απ' αυτούς οι τύχες πολλών νέων παιδιών, παροτρύνουν ρομαντικά νέα παιδιά ( όπως ήμουν κι εγώ ), να γραφτούν από τα πανεπιστήμια στις κομματικές παρατάξεις, και να πάρουν την σκυτάλη, να γίνουν δηλαδή οι αυριανοί ρουφιάνοι, οι αυριανοί νεόπλουτοι της Αθήνας, του Παρνασσού και της Μυκόνου.
Να έρχονται τα καλοκαίρια και να σου λένε:
-Ακόμη εδώ είσαι; Που βρίσκεσαι;
Να λέγεται στο επίθετο Ταραμάς, και η κόρη του να ονομάζεται πχ Κλαίρη Ταραμά, από την γιαγιά Χρυσάφω Ταραμά το γένος Πατσά, και να νομίζει ότι είναι γόνος παλαιάς Λονδρέζικης οικογένειας, ''με οικόσημο και τίτλους ευγενείας'', που έλεγε πολύ όμορφα κι ο Γιώργος Ζαμπέτας!!
Άχ ρε ελλαδίτσα πως κατάντησες.
Κωμικοτραγικά αλλά αληθινά πέρα για πέρα.
Κάτι τέτοιοι έιναι οι πολιτικοί μας και οι αυλικοί τους κομματάρχες που , δυστυχώς, έχουν δυναμή.
Δύναμη βέβαια όχι για όσους είναι αξιοπρεπείς, αλλά για τα ανθρωπάκια.
Γι' αυτό προσέξτε......
ΥΓ: Προς το παρόν ακονίστε τα μαχαίρια σας για το Πάσχα. Σας περιμένουμε!!!
Το τραγούδι που ακολουθεί είναι του Μίκη Θεοδωράκη σε στίχους Μιχάλη Κατσαρού.
Ερμηνεύει ο μεγάλος Γρηγόρης Μπιθικώτσης
Πάνε δέκα χρόνια από τότε που με παρακίνησε μια μεγάλη δύναμη να στείλω ένα mail στον μεγάλο μας μουσουργό και στοχαστή, Μίκη Θεοδωράκη.Κάτι με πίεζε έντονα να το κάνω. Κι ακόμη κάθε μέρα που βλέπω αυτά που εκτιλίσσονται γύρω μου, και σε τοπικό άλλα και σε πανελλαδικό και παγκόσμιο επίπεδο, θέλω να τα πω σ' αυτόν τον μεγάλο άνθρωπο, γιατί νομίζω ότι είναι ο μόνος που μπορεί να μας βρει μια λύση.Τι να πρωτοπώ σ' αυτόν τον ογκόλιθο.Για την μόλυνση του Διστόμου; Για την συνεγασία ορισμένων Βοιωτών πολιτευτών με τους βιομήχανους που έχουν εξοντώσει, για το αισχρό τους κέρδος, τόσο κόσμο; ( Ασωπός-Αλουμίνιο κλπ ).Όταν έστειλα το mail, μετά από μιά εβδομάδα περίπου, δέχτηκα ένα μήνυμα που με καλούσε να πάω στα γραφεία της ''Λαϊκής ορχήστρας Μίκη Θεοδωράκη''.Ήταν η Έμμυ Χριστούλα, που την ευχαριστώ θερμά, και η κόρη του η Μαργαρίτα Θεοδωράκη που την ευχαριστώ επίσης βαθύτατα.Την ξανασυνάντησα και στους Δελφούς σε μιά συναυλία που κάνανε εκεί.Με γέμισαν δώρα, dvd, πολυτελείς εκδόσεις βιβλίων του, cd's και απέραντη φιλοξενία.Από τότε επικοινωνούμε ηλεκτρονικά, κι έχω ανοίξει τους δικούς μου φακέλους με τα κείμενα που αφορούν θέματα, όπως η Παλαιστίνη, η Δραγώνα και ό,τι πρέπει να ξέρει κάποιος για να ανοίξει τα μάτια του.Τους ευχαριστώ πολύ, και θέλω πολύ να ξαναπάω. Μπορώ να πω ότι ήταν η μεγαλύτερη εμπειρία της ζωής μου.
ΕΠΙΣΤΟΛΗ ΜΟΥ ΣΤΟΝ ΜΙΚΗ ΘΕΟΔΩΡΑΚΗ ΤΗΝ ΚΥΡΙΑΚΗ 9 ΟΚΤΩΒΡΙΟΥ 2005
''Αγαπητέ, ή μάλλον πολυαγαπημένε μας ( πάντα ταπεινά ), Μίκη Θεοδωράκη.
Έχω την τιμή μέσω του ηλεκτρονικού ταχυδρομείου ( η τεχνολογία στην θετική της πλευρά ), να σας στέλνω και να σας γράφω ό,τι αισθάνομαι για σας.
Από καιρό ήθελα να σας στείλω το πως νιώθω για την παρουσία και την οντότητά σας, αλλά δεν τολμούσα, γιατί αισθανόμουν πολύ μικρός, κι ακόμη είμαι μουδιασμένος, αλλά ορμώμενος από την εκπομπή σας στην ΝΕΤ, που διαπίστωσα την δωρικότητα και την απλότητά σας, αποφάσισα να επικοινωνήσω μαζί σας.
Όνειρο μου απ' τα παιδικά μου χρόνια ήταν να σας γνωρίσω, να σας πω δυό λόγια γι΄αυτά που αισθάνομαι και με πνίγουν.
Δεν θα μπορούσα να βρω σοφότερο άνθρωπο άνθρωπο από εσάς.
Είστε όλος ο ελληνισμός, όλη η παράδοσή μας.
Είμαι 31 χρονών, μουσικός και μένω στο πολύπαθο και μαρτυρικό Δίστομο, που οι πληγές απ' την σφαγή που προκάλεσαν χωρίς λόγο και αιτία οι φασίστες, ακόμη είναι ανοιχτές.
Μεγάλωσα σε μια οικογένεια με τα δικά σας ακούσματα απ' τα πρώτα μου βήματα.
Μάλιστα ο πατέρας μου, είχε τολμήσει να βάλει δίσκους σας στην περίοδο της χούντας, κοροϊδεύοντας τους χαφιέδες της εποχής λέγοντας ότι είναι άλλη μουσική, κι αυτοί, αμόρφωτοι και απολιθωμένοι, το πίστευαν. Βέβαια το πλήρωσε κάποια στιγμή.
Τώρα οι καιροί άλλαξαν, προς το καλύτερο ή προς το χειρότερο; Ιδού η απορία!!
Για μένα, διάγουμε μία περίοδο στέρφων τραγουδιών και κακών, χωρίς να σημαίνει ότι δεν παράγονται καλές μουσικές.
Παράγονται, αλλά δεν παίζονται στα ραδιόφωνα, είναι για τους λίγους.
Ο νεοελληνικός νεοπλουτισμός, η αποκοπή απ' τις ρίζες, και οι εταιρείες δίσκων, παράγουν και προωθούν, απ' τα ιδιωτικά κυρίως κανάλια, με σκοπό το κέρδος, απαίσια τραγούδια, και χτίζουν είδωλα γεμάτα αλαζονεία και αβασάνιστο, χωρίς υπόβαθρο εγωϊσμό.
Μάλιστα γνώρισα έναν μπουζουξή πριν λίγο καιρό, που αγνοούσε τον Βαμβακάρη.
Εμείς εδώ στο Δίστομο αμυνόμαστε, λειτουργούν τα αντανακλαστικά και τα αντισώματά μας.
Μάλιστα σε ένα από τα στέκια μας, που ''τρώμε'' τις ώρες μας σαν μικρή κοινωνία, παίζεται ανελλιπώς η μουσική σας, η οποία έχει μια αναλλοίωτη φρεσκάδα.
Νιώθουμε όλοι ( ίσως και απ' την ευαισθησία μας που είναι πιο έντονη λόγω σφαγής ), ότι τα τραγούδια σας κάθε φορά που ακούγονται, αντιλαμβάνεσαι σαν ακροατής και κάτι καινούργιο.
Ειδικά, και λόγω του αναγλύφου μας, αντιλαμβανόμαστε τα '' πυρωμένα λιθάρια'' του μεγάλου Γιάννη Ρίτσου.
Λατρεύουμε επίσης τον Γρηγόρη Μπιθικώτση, που με τόση ευλάβεια και γλυκύτητα ερμήνευσε τα έργα σας.
Είχαμε την τιμή επίσης, στις 10 Ιουνίου ( 2005 ), που είναι το μνημόσυνο της σφαγής, να έχουμε κοντά μας και την επίσης μέγιστη, Μαρία Φαραντούρη, που μας ξεσήκωσε με τα τραγούδια της.
Γνωρίζω επίσης τον Μανώλη Γεωργοστάθη της ορχήστρας σας, γιατί ήμουν στην σχολή του Αριστείδη Μόσχου.
Ας ελπίσουμε ότι τα ελληνόπουλα θα αμυνθούν στα τετριμμένα, κι αντί να ερωτεύονται με τα χυδαία καψουροτράγουδα, θα ερωτεύονται ακούγοντας την Μυρτιά.
Αλλά ως γνωστόν, η ποσότητα δεν συμβαδίζει με την ποιότητα.''
ΜΕ ΜΕΓΑΛΗ ΤΙΜΗ, ΔΕΟΣ ΚΑΙ ΣΥΓΚΙΝΗΣΗ ΠΑΠΑΪΩΑΝΝΟΥ ΘΕΜΙΣΤΟΚΛΗΣ ΔΙΣΤΟΜΟ