Κυριακή, 14 Ιουνίου 2015

Η συγκλονιστική ζωή του Αργύρη Σφουντούρη

Πηγή/Αναδημοσίευση: Protagon

Από την Μαρία Λούκα
Φωτογραφίες: Αλέξανδρος Κατσής


«Μη νομίζεις, κι εμένα ξεγραμμένο με είχαν όταν ήμουν μικρός» μου λέει, καθώς καθόμασταν και χαζεύαμε αυτόν τον αλλοπρόσαλλο καιρό του Ιουνίου, όταν ο δυνατός μεσημεριάτικος ήλιος έπαιζε κρυφτό μαζί μας σιγοντάροντας τη μυστηριακή ατμόσφαιρα του Διστόμου.
Το χωριό αυτές τις μέρες αναβιώνει το χορό του μαρτυρίου, τις μαύρες μέρες του Ιούνη του 1944. «Μια από τις χειρότερες ωμότητες ολόκληρου του Πολέμου» είχε γράψει ο ιστορικός Μαρκ Μαζάουερ. Ο Αργύρης Σφουντούρης τότε ήταν τεσσάρων ετών.

Έχασε τους γονείς του και άλλους 30 συγγενείς. Απέδρασε από τη μοίρα του «ξεγραμμένου» που κατέτρεχε τα ορφανά του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου. Έγινε θεματοφύλακας της ιστορικής μνήμης και σύμβολο του αγώνα για δικαίωση. Εγώ, όμως, σ’ αυτόν τον άνδρα 75 ετών σήμερα, που με προτρέπει «να μη πάρουμε αμάξι αλλά να περπατήσουμε μέχρι τον λόφο, για να χαρούμε τον καιρό», πέρα από’ όλα αυτά βλέπω το μεγαλείο της ύπαρξης, τη ζωή που πεισματικά θέλει να νικήσει απέναντι στο σκοτάδι, που βγαίνει πάντα λίγο παραπάνω στη ζυγαριά.
Σταματήσαμε στο σπίτι του και στάθηκε στην εξώπορτα που η Βούλα Παπαϊωάννου απαθανάτισε, πολλά χρόνια πριν, το καρφωμένο βλέμμα και το σφίξιμο στα χείλη του μικρού αγοριού, σε μια από τις εμβληματικές φωτογραφίες της σφαγής του Διστόμου. Το σπίτι είναι ακατοίκητο εδώ και χρόνια. «Παλιά, τα καλοκαίρια που επέστρεφα στο Δίστομο, έμενα εδώ. Υπήρχαν βράδια, ειδικά όταν φυσούσε που ένιωθα ότι το σπίτι είναι στοιχειωμένο. Τι να κάνεις; Δεν μπορείς να κλείσεις τη μνήμη μ’ έναν διακόπτη. Εγώ επέλεξα να ζω με τη μνήμη μου και όχι ενάντια σ’ αυτή» μου λέει. Μπαίνει στη χορταριασμένη αυλή και μου δείχνει την πέτρινη σκάλα. Από εκεί που κατέβηκε με τις αδερφές του πριν 71 χρόνια, είδαν στον δρόμο φορτηγά με Γερμανούς στρατιώτες, ένας απ’ αυτούς τους έκανε νόημα να κρυφτούν. Έτσι σώθηκε ο Αργύρης. Στη στροφή του δρόμου βρισκόταν νεκρός ο πατέρας του, ενώ την άλλη μέρα βρήκαν σ’ ένα κάρο και το πτώμα της μητέρας του.
Περιπλανήθηκε για περίπου τέσσερα χρόνια στα ορφανοτροφεία της Αθήνας μέχρι που το 1949 ήταν ένα από τα παιδιά που επέλεξε ο Ερυθρός Σταυρός να πάνε στο παιδικό χωριό Πεσταλότσι στο Τρόγεν της Ελβετίας. «Μεγάλωσα με ορφανά πολέμου από εννέα διαφορετικές χώρες που ως τραγική ειρωνεία μιλάγαμε γερμανικά μεταξύ μας» θυμάται σήμερα. Ρίζωσε στην Ελβετία, σπούδασε μαθηματικά και αστροφυσική στο Πανεπιστήμιο της Ζυρίχης αλλά κουβαλούσε πάντα ένα κομμάτι της πατρίδας του μαζί. Μετέφρασε Έλληνες ποιητές, συμμετείχε στον αντιδικτατορικό αγώνα διοργανώνοντας διαδηλώσεις και ομιλίες στο εξωτερικό και πάντα επέστρεφε στο Δίστομο να δει τις αδερφές του. Ήταν εκείνος που πρωτοστάτησε στη διεκδίκηση των γερμανικών αποζημιώσεων, ξεκινώντας από το 1995 μια επίπονη προσπάθεια ενημέρωσης του κόσμου και ταυτόχρονα μια δικαστική και πολιτική μάχη.


Για το Δίστομο είναι πάντα ο «Αργύρης τους», τον φωνάζουν από τα ανοιχτά παραθυρόφυλλα και τον σταματάνε στο δρόμο να τον χαιρετίσουν. Για τους Γερμανούς πολίτες είναι το παιδί στη φωτογραφία. Έτσι ξεκίνησε την παρέμβαση στην τηλεόραση του ZTF πριν λίγο καιρό, που έκανε το γύρο του κόσμου. Δυστυχώς πρώτα τον έμαθαν οι Γερμανοί πολίτες για τον αγώνα του για την αποκατάσταση της ιστορικής αλήθειας και μετά τον είδαν ο  Αλέξης Τσίπρας και ο Προκόπης Παυλόπουλος στα γραφεία τους. Ωστόσο, ο Αργύρης Σφουντούρης δεν είναι μόνο πολίτης του Διστόμου. Είναι πολίτης του κόσμου. Ταξίδεψε σε πολλές χώρες. Δούλεψε σε αναπτυξιακά προγράμματα στη Σομαλία, το Νεπάλ και την Ινδονησία και προσέγγιζε τους ανθρώπους σαν υπόσχεση: «Εγώ τις χώρες αυτές δεν τις αντιμετώπιζα σα φτωχές. Έβλεπα τον ανθρώπινο πλούτο. Ζούσα εκεί, μάθαινα τις γλώσσες τους και δενόμουν μαζί τους. Ήταν όμορφοι λαοί» διηγείται. Μια ανάσα άρχισε να βαραίνει στο περπάτημα. Η δική μου απ’ το τσιγάρο. «Μήπως τρέχω;» αναρωτιόταν εκείνος περιπαιχτικά. Μου εξηγούσε ότι στη Ζυρίχη περπατάει 2-3 ώρες την ημέρα, ότι θα επιδιώξει να ξανακάνει ποδήλατο που σταμάτησε πέρσι, ότι έχει ξεκινήσει ήδη τα μπάνια. Αναπολεί τον ενθουσιασμό του όταν ο Άλμπερτ Αϊνστάιν απάντησε στην επιστολή που του έστειλε ως μαθητής και με την ίδια καθαρότητα στη φωνή αναμετριέται με το τραύμα του: «Φοβόμουν να κάνω παιδιά, θεωρούσα ότι δεν μπορούσα να εγγυηθώ τη φροντίδα τους».

Κάπως έτσι φτάσαμε στον λόφο. Κοντοσταθήκαμε σε διάφορα σημεία νωρίτερα, «εκεί που σκοτώθηκαν έξι», «εκεί που ξεκληρίστηκε μια οικογένεια», «εκεί που βρήκαν τον παπά». Στο Δίστομο δεν μπορείς ποτέ να σεργιανίσεις ανέμελα. Θα πατάς διαρκώς στα αποτυπώματα ενός δράματος που συντελέστηκε λίγο πριν το τέλος του Πολέμου και σημάδεψε ανεξίτηλα τους δρόμους και τις ψυχές των ανθρώπων. Πάνω στον λόφο, ο Αργύρης απλώνει τα δάχτυλά του στα ονόματα των γονιών του στη μαρμάρινη επιγραφή των θυμάτων. Μπαίνουμε στο οστεοφυλάκιο. Κόμπος και μια απόλυτη μεσημεριάτικη σιγή. Απ’ αυτές που είναι πιο ζόρικες, γιατί είναι ανεξήγητες στο σκληρό φως. Μια Γερμανίδα από την επιτροπή «Δίστομο-Αμβούργο» του 'δωσε ένα ματσάκι με λουλούδια απ’ αυτά που φυτρώνουν μόνα τους την Άνοιξη. Άφησε τα λευκά λουλούδια στο ντουλάπι με τα οστά του πατέρα του και τα ροζ εκεί που φυλάσσονται τα διαλυμένα οστά της μητέρας του και φύγαμε.
Ο Αργύρης έζησε μια συγκλονιστική ζωή. Ρούφηξε όλα τα συναισθήματα, επεξεργάστηκε τα γεγονότα της ζωής του. Δεν τα 'κρυψε, ούτε κρύφτηκε απ’ αυτά. Πένθησε, θύμωσε, στεναχωρήθηκε, αγάπησε, γλέντησε, νοστάλγησε, ονειρεύτηκε. Κι όλα αυτά είναι που αποτυπώνονται σε κάθε ρυτίδα στο πρόσωπο του, στην απλότητα του λόγου του και στην ευγένεια της παρουσίας του. Στον δρόμο της επιστροφής τον ρώτησα αν είναι αισιόδοξος και φυλάω την απάντηση του, σαν πυξίδα –που λέμε- όταν χάνεις το δρόμο σου: «Είμαι αισιόδοξος. Άνθρωποι είμαστε, κάναμε τόσο κακό. Μπορούμε να κάνουμε και καλό».


*Από την Πέμπτη 11 Ιουνίου ξεκινάει στους κινηματογράφους της Αθήνας η προβολή του ντοκιμαντέρ «Ένα τραγούδι για τον Αργύρη» με αντικείμενο τη ζωή του Αργύρη Σφουντούρη, ελβετικής παραγωγής και σε σκηνοθεσία του Stefan Haupt.



Δεν υπάρχουν σχόλια: