Πέμπτη, 20 Νοεμβρίου 2014

Απόψεις του Δικηγορικού Συλλόγου Λεβαδείας σε σχέση με το Σχέδιο Νόμου που κατατέθηκε στη Βουλή περί τροποποίησης του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας



Με αφορμή την κατάθεση στη Βουλή του Σχεδίου νόμου του Υπουργείου Δικαιοσύνης, Διαφάνειας και Ανθρωπίνων Δικαιωμάτων με σκοπό την ψήφιση των προβλεπομένων από το Σχέδιο αυτό τροποποιήσεων των διατάξεων του Κώδικα Πολιτικής  Δικονομίας και τις διάφορες δημοσιεύσεις  των ΜΜΕ, περί δήθεν επιτάχυνσης της πολιτικής δίκης και απονομής ορθής δικαιοσύνης, αισθάνομαι την ανάγκη και υποχρέωση απέναντι στους συμπολίτες μου και με βαθιά συναίσθηση του θεσμού που υπηρετώ και του καθήκοντος ορθής και σοβαρής ενημέρωσης, να εκφράσω τις απόψεις του δοκιμαζόμενου σήμερα δικηγορικού κόσμου,  σχετικά με τις προτεινόμενες τροποποιήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας και τις συνέπειες από αυτές τόσο για τους πολίτες όσο και για τον κλάδο μας.

Ο Κώδικας πολιτικής Δικονομίας είναι  ένα νομοθέτημα που καθορίζει τους κανόνες διεξαγωγής  των αστικών δικών στα Ελληνικά Δικαστήρια, με βάση την ισονομία των διαδίκων και την από το Σύνταγμα προβλεπόμενη αρχή της δίκαιης δίκης. Οι κανόνες αυτοί αφορούν, πέραν από τους συλλειτουργούς της δικαιοσύνης κύρια και στους διαδίκους, δηλαδή στους πολίτες είτε ατομικά είτε ως νομικές οντότητες.
Προς τον σκοπό λοιπόν αυτό απευθύνομαι  στους συμπολίτες μου, εκφράζοντας καθαρό και έντιμο λόγο για να διαπιστώσουν ότι οι προτεινόμενες από το υπουργείο Δικαιοσύνης τροποποιήσεις του Κώδικα πολιτικής δικονομίας όσον αφορούν την διαδικασία εκδίκασης των υποθέσεων τακτικής διαδικασίας και την διαδικασία της αναγκαστικής εκτέλεσης δεν τείνουν στην διεξαγωγή δίκαιης δίκης αλλά δίκης που θα εξυπηρετεί τα συμφέροντα των οικονομικά ισχυρών. 
   Έτσι, παρά την υποβολή προς το Υπουργείο Δικαιοσύνης  εκ μέρους του δικηγορικού σώματος  εμπεριστατωμένων παρατηρήσεων  και προτάσεων επί των άρθρων του σχεδίου του ΚΠΔ, όπως αυτές έχουν διατυπωθεί και γνωστοποιηθεί, ήδη από τον Αύγουστο, από την Ολομέλεια των Δικηγορικών Συλλόγων της χώρας, και αφού παραγνωρίστηκε η ομόφωνη σχεδόν απόφαση της Διοικητικής Ολομέλειας του Αρείου Πάγου ότι οι προτεινόμενες ρυθμίσεις είναι –στην πλειονότητά τους- ατυχείς και σε κάθε περίπτωση απρόσφορες προς επίτευξη των σκοπών που τις συνοδεύουν επίσης μολονότι δεν  λήφθηκαν υπόψη οι ανάλογου περιεχομένου αποφάσεις των διοικητικών Ολομελειών των μεγάλων Δικαστηρίων της χώρας, με το σχέδιο νόμου που έρχεται για ψήφιση στη Βουλή:
 α) Επανακαθορίζεται το σύνολο των ρυθμίσεων, αλλά και της όλης φιλοσοφίας της διαδικασίας αναγκαστικής εκτέλεσης, με δραματική φαλκίδευση των δικαιωμάτων των οφειλετών των Τραπεζών, ιδίως αναφορικά με τα ζητήματα πλειστηριασμών ακινήτων και την ενίσχυση των προνομίων των Τραπεζών και τον περιορισμό των εν γένει δικαιωμάτων εργαζομένων, δημοσίων υπαλλήλων, ασφαλιστικών οργανισμών, εγχειρόγραφων δανειστών, υπέρ των προνομίων των εμπραγμάτων προνομιούχων, ήτοι των χρηματοπιστωτικών ιδρυμάτων. Πρόκειται για ρυθμίσεις που έρχονται σε συνέχεια σειράς βαρύτατα δυσμενών μέτρων κατά της μικρής και μεσαίας τάξης ή της μικρής ιδιοκτησίας.
β)  Καταργείται ουσιαστικά η εμμάρτυρη απόδειξη, με αποτέλεσμα να καθίσταται άνευ ουσιαστικού περιεχομένου η αποδεικτική διαδικασία και να αναιρείται κάθε έννοια δίκαιης δίκης, αποδομείται δε  ο ενεργός ρόλος του δικηγόρου ως συλλειτουργού στην απονομή της δικαιοσύνης. Στην αρχή της δίκαιης δίκης και τη συνταγματική επιταγή της εκατέρωθεν ακροάσεως των διαδίκων συμβάλει σε μέγιστο βαθμό η εξέταση των μαρτύρων στο ακροατήριο, καθόσον υποβάλλονται ερωτήσεις τόσο από τους πληρεξουσίους δικηγόρους των διαδίκων και από το  Δικαστή,  ο οποίος  αξιολογεί το αληθές ή μη των λεγομένων καταλήγοντας σε μέγιστο βαθμό στην εξαγωγή μίας δικαίας απόφασης. Αντίθετα ,με την προσαγωγή ενόρκων βεβαιώσεων ως αποδεικτικών μέσων, ο Δικαστής στερείται των πλεονεκτημάτων της ενώπιόν του εξετάσεως των μαρτύρων και θα πρέπει να αρκεστεί στα όσα κατέθεσε ο μάρτυρας ενώπιον συμβολαιογράφου ή Ειρηνοδίκη, πολλές φορές με υπόδειξη των διαδίκων. Πέραν αυτού θα αυξάνονται και τα έξοδα των πολιτών από την λήψη ενόρκων βεβαιώσεων, επειδή για την εξέταση αυτή θα απαιτείται κοινοποίηση της κλήσης του ενός διαδίκου μέρους στο άλλο και στην περίπτωση εξέτασης μαρτύρων ενώπιον συμβολαιογράφου και επί πλέον αμοιβή του συμβολαιογράφου, δηλαδή όποιος είναι οικονομικά πιο εύρωστος  θα έχει την ευχέρεια να προσκομίζει όσον το δυνατόν περισσότερες ένορκες βεβαιώσεις.  Κατ’ αυτόν τον τρόπο και επειδή το σύνολο των Ελλήνων Δικαστών εκτελούν τα καθήκοντά τους ευσυνείδητα, θα εκδίδονται σχεδόν για το σύνολο των εκδικαζόμενων υποθέσεων  προδικαστικές αποφάσεις με τις οποίες θα διατάσσεται η εξέταση μαρτύρων στο ακροατήριο, δηλαδή το καθεστώς που ισχύει σήμερα.
Έτσι, αντί να συντομευθεί η διαδικασία εκδόσεως οριστικής αποφάσεως θα επιμηκύνεται ο χρόνος εκδόσεώς της και παράλληλα ο Έλληνας πολίτης θα επιβαρύνεται  πλέον οικονομικά με έξοδα και παραστάσεις που χρειάζονται πλέον των ενόρκων βεβαιώσεων και για την διαδικασία εκδίκασης  πάλι της υπόθεσης.
    γ) Διατηρείται η καταβολή εξοντωτικών παραβόλων ασκήσεως ενδίκων μέσων και η επέκταση του αγωγώσιμου, που έχουν οδηγήσει σε οιονεί αρνησιδικία, ενόψει της δραματικής οικονομικής κατάστασης των πολιτών, παρά το γεγονός ότι δικαστήρια της χώρας άρχισαν να αποφαίνονται περί  της μη αναγκαιότητας καταθέσεως παραβόλων για την άσκηση ενδίκων μέσων.Είναι ευνόητο ότι η κατά ως άνω αδιάλλακτη στάση της πολιτικής ηγεσίας του Υπουργείου Δικαιοσύνης συνιστά απρόκλητη επίθεση όχι μόνον κατά της νομικής κοινότητας, αλλά και της ελληνικής κοινωνίας, η οποία συνεχίζει να βάλλεται. Ουσιαστική στόχευση των ρυθμίσεων δεν είναι η ορθή και ταχεία απονομή της δικαιοσύνης, αλλά η εξυπηρέτηση συμφερόντων των οικονομικά ισχυρών. Η νομική κοινότητα ομονοεί ότι εν λόγω νομοσχέδιο όχι μόνον δεν συμβάλλει στην επιτάχυνση της πολιτικής δίκης, αλλά αντίθετα επιτείνει στην επιβράδυνση της πολιτικής δίκης. Θα προκαλέσει στην πράξη σοβαρά προβλήματα εφαρμογής, ανασφάλεια δικαίου και εν τέλει έλλειμμα δικαιοσύνης.
    Για τους λόγους αυτούς οι δικηγόροι όλης της χώρας, αντιτιθέμενοι στις αναφερόμενες τροποποιήσεις του Κώδικα Πολιτικής Δικονομίας,   αποφάσισαν να προχωρήσουν σε τριήμερη αποχή από τα καθήκοντά τους από 19-11-2014 μέχρι και 21-11-2014, οπότε και θα συνέλθει το ανώτατο συνδικαλιστικό τους όργανο, η Ολομέλεια των δικηγορικών  συλλόγων της Χώρας, προκειμένου να αποφασίσουν για τις περαιτέρω ενέργειές τους, καλώντας όλους τους φορείς και πολίτες να διατρανώσουν μαζί την απόφασή τους να παλέψουν για την δίκαιη δίκη, σε όφελος του πολίτη και όχι των οικονομικά δυνατών. 
                                                    Λιβαδειά 19-11-2014
                         Ο  Πρόεδρος του Δικηγορικού Συλλόγου Λεβαδείας

                                           Βασίλειος Γ. Δαλαμάγκας

Δεν υπάρχουν σχόλια: