Παρασκευή, 2 Μαΐου 2014

Προσκύνημα στο Δίστομο - Ένα κείμενο του Θεοδόση Νικολαΐδη.

Δημοσιεύθηκε πρώτη φορά στο reportit.gr

Του Θεοδόση Νικολαΐδη
Δίστομο, 25 Απριλίου 2014

Ένιωθα μια περίεργη αίσθηση πλησιάζοντας αμήχανος και προεξοφλητικά συντετριμμένος στο μαρτυρικό αλώνι του Διστόμου. Σαν το σκληρό προαίσθημα που σε μουδιάζει όταν κινείς να χαιρετήσεις έναν αγαπημένο φίλο στο ύστατο και ανεπίστροφο ταξίδι του. Δεν έχουν άδικο όσοι λένε ότι η πρώτη εντύπωση καθορίζει την εικόνα που διαμορφώνεις για τα πράγματα. Και η πρώτη εντύπωση ήταν η είσπραξη μιας βαθυστέναχτης σιωπής που με το μαύρο ριχτάρι της υπομονής πάσχιζε να μετριάσει τον πνιχτό αντίλαλο μιας οιμωγής βγαλμένης από τα σωθικά του χρόνου. Πότε-πότε τον υπόκωφο θρήνο, που κρατά εβδομήντα ολάκερα χρόνια στο χωριό, τον διέκοπτε η μηχανή κάποιου τρακτέρ που τραβούσε για τα χωράφια. Στην πλατεία ένιωθες την ανάσα του ήσυχου μεσημεριού που πρόσμενε νωχελικά το λιόγερμα. Παρόμοια ήσυχο πρέπει να ήταν, σκέφτηκα, το μεσημέρι της 10ης μέρας του Θεριστή του 1944 όταν εισέβαλαν οι εραστές του Βάγκνερ και της κλασικής παιδείας σε τούτη τη βοιωτική πολίχνη για να σκορπίσουν φρίκη και θάνατο,
να πλύνουν τις μπότες τους στο αίμα αβάπτιστων παιδιών, να χορτάσουν τις πεινασμένες λόγχες τους στη σάρκα βιασμένων γυναικών και ασπρομάλληδων γερόντων, να ημερέψουν το μάτι τους στη θέα χυμένων σπλάχνων.


Σαν η ματιά σου συναντηθεί με βλέμμα Διστομίτη, αμέσως δένει, καθώς λένε, το πικρό προζύμι μιας συζήτησης που έχει ήδη προαναγγελθεί. Στον ιερό αυτό τόπο, όπου «πονά η σιωπή και η πέτρα κάθε δρόμου», όπου ακόμα πλανάται η μυρωδιά της καμένης σάρκας, το κάθε σπιτικό μετρά τον δικό του άνθρωπο που πέρασε από ναζιστική ρομφαία. Ακούω έναν γέροντα να λέει σε τόνο λυγμικό ότι σε κάποια σπίτια το ξύλινο πάτωμα φέρει ακόμη τα αιμάσσοντα ίχνη του θανατικού. Τέτοιο αίμα λένε δεν πλένεται. Ένας άλλος είχε την τύχη να επιζήσει. Μόνο με ένα πράγμα μπορεί να συγκριθεί αυτό που είδαν τα μάτια του και άκουσαν τα αυτιά του: με το σπαρακτικό βέλασμα των προβάτων που σε κάνει να ριγείς σύγκορμα. Οι παλιές γυναίκες στο Δίστομο δεν έβγαλαν τα μαύρα. Τα φορούν ισοβίως όπως ο παπάς φορά τα τιμημένα ράσα του. Για πολλά χρόνια οι κοπέλες που παντρεύονταν δεν φορούσαν άσπρο νυφικό. Σε κάποιες οικογένειες το συνηθίζουν ακόμα. Δεν είναι έθιμο που το έμπηξε σαν άσειστο πάσαλο ο χρόνος στο χώμα της ζωής. Είναι ανάγκη μνημόσυνη, είναι οφειλή ιερή, είναι στάση ανώτερης υπαρξιακής και μεταφυσικής συνθήκης που δεν ερμηνεύεται με τα μέτρα της τρέχουσας ηθικής και λογικής μιας κοινωνίας που αρέσκεται στη λήθη και στη βολική ή βολεμένη αδιαφορία.
Με το που διαβαίνεις το κατώφλι στο «Μουσείο Θυμάτων του Ναζισμού», το μάτι σου πέφτει πάνω στο θυροκολλημένο ιδιόχειρο ποίημα του Ρίτσου για το Δίστομο. Η Χρυσούλα, υπάλληλος του Μουσείου, μας ξεναγεί και καταβάλλει προσπάθεια να διηγηθεί φρικώδεις λεπτομέρειες της ημέρας του φονικού. Η φωνή της πλοίο που προσκρούει σε σκοπέλους πηγαίας συγκίνησης. Στην αίθουσα προβολών το ημίωρο βίντεο συγκλονίζει με την αμεσότητα και την αυθεντικότητα των πρωτογενών μαρτυριών που συμπερικλείει. Στον επάνω όροφο οι τοίχοι είναι ολόσωμα ντυμένοι με τις φωτογραφίες των σφαγιασθέντων. Ανάμεσά τους 53 παιδιά κάτω των δεκαέξι ετών που η μοίρα έγραψε να μεγαλώσουν με τους παππούδες τους. Σε ένα δώμα που κηρύχθηκε ιερός χώρος μια άσβεστη φλόγα σε γυάλινη τοξωτή βάση συντροφεύει τη γιγάντια φωτογραφία των οστών των θυμάτων. Δέος, σιωπή, πένθος. Η φρίκη, λέει ο ποιητής, δεν κουβεντιάζεται.
Στο βιβλίο επισκεπτών διαβάζω συγχαρητήριες αναφορές για την προσπάθεια των φορέων να διασώσουν την ιστορική μνήμη. Έπιασα την πένα. Το χέρι μου μπόρεσε να γράψει τρεις μόνο λέξεις: Ποτέ πια φασισμός.

Δεν υπάρχουν σχόλια: