Παρασκευή, 2 Μαρτίου 2012

Στέλιος Περράκης: Μετά τη Χάγη τι; Τα επόμενα βήματα

Πηγή/Αναδημοσίευση: Επίκαιρα

*Ευχαριστώ τον διαχειριστή της ιστοσελίδας ΣΤΕΙΡΙΔΑ
 Φάκελος: Γερμανικές αποζημιώσεις    
 
Ι. Ανιχνεύοντας την Ιστορία

1. Το ζήτημα των πολεμικών επανορθώσεων στις διάφορες εκδοχές του αποτελεί για τη σύγχρονη διεθνή δικαιοταξία των πολύμορφων συρράξεων ένα από τα πλέον σημαντικά ζητήματα. Και, πράγματι, οι επανορθώσεις για παραβιάσεις του διεθνούς ανθρωπιστικού Δικαίου και των δικαιωμάτων του ανθρώπου στη διάρκεια ενόπλων συρράξεων ή κατοχής, που, μάλιστα, χαρακτηρίζονται ως εγκλήματα πολέμου, εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας, γενοκτονία, συνιστούν σήμερα ένα σύνθετο ζήτημα, ιδιαίτερα ευαίσθητο ηθικά, νομικά και πολιτικά, η αντιμετώπιση του οποίου συναντά δυσκολίες σε εθνικό και διεθνές επίπεδο.

2. Υπό το πρίσμα, τώρα, των γερμανικών πολεμικών επανορθώσεων για τη συμπεριφορά του Γ’ Ράιχ στη διάρκεια της γερμανικής Κατοχής στην Ελλάδα την περίοδο 1941-1944, το ζήτημα προσλαμβάνει άλλες διαστάσεις, αφού ενδιαφέρει και αφορά στην Ελλάδα. Παραμένει δε ανοιχτό εξήντα έξι χρόνια από το τέλος του Β’ Παγκοσμίου Πολέμου και είκοσι δύο χρόνια από την επανένωση των δύο Γερμανιών, και απασχολεί με κυμαινομένη ένταση μέσα στο χρόνο την ελληνική κοινωνία1.

3. Το ζήτημα γνώρισε στην Ελλάδα εντυπωσιακή κινητικότητα τη δεκαετία του 1990. Προηγήθηκε μεταπολεμικά μια περίοδος ακινησίας με βάση γενικότερα τις διεθνείς προδιαγραφές και ρυθμίσεις σχετικά με τα ζητήματα των επανορθώσεων, που οι ηττημένες δυνάμεις του Άξονα όφειλαν στους Συμμάχους νικητές και στην Ελλάδα βέβαια (π.χ. Συμφωνία του Λονδίνου του 1953). Την ίδια περίοδο, καταγράφονται μονομερείς πρωτοβουλίες της Γερμανίας για καταβολή σε ορισμένες
περιπτώσεις και για ορισμένα θύματα αποζημιώσεων (π.χ. Ελληνογερμανική Σύμβαση του 19602), και μεμονωμένες και αποσπασματικές κινήσεις από την πλευρά της Αθήνας, που έθεταν –διστακτικά– ζητήματα επανορθώσεων και την αποπληρωμή του αναγκαστικού δανείου 1942-1943.

4. Το κλίμα διαμορφώνεται καθοριστικά το 1995. Το χαρακτηρίζουν από τη μια η επίδοση από τον Έλληνα πρέσβη στη Βόννη Ι. Βουρλογιάννη-Τσαγγαρίδη προς τη γερμανική κυβέρνηση μιας Ρηματικής Διακοίνωσης, με την οποία η Αθήνα έθετε για πρώτη φορά, τη μετά το 1990 περίοδο, το ζήτημα των πολεμικών επανορθώσεων και του κατοχικού δανείου, καλώντας τη γερμανική κυβέρνηση να προχωρήσει σε διαπραγματεύσεις. Από την άλλη, η κατάθεση ενώπιον ελληνικών δικαστηρίων χιλιάδων αγωγών από Έλληνες πολίτες, θύματα των θηριωδιών της γερμανικής Κατοχής. Με τις αγωγές αυτές, που καθοδήγησε πρωτοποριακά ο Γ. Σταμούλης, τα θύματα παραβιάσεων στα διάφορα ολοκαυτώματα της πατρίδας απαίτησαν αποζημιώσεις από τη Γερμανία. Μία από τις υποθέσεις αυτές, εκείνη που αφορούσε στη σφαγή του Διστόμου, έγινε δεκτή από το Πολυμελές Πρωτοδικείο Λειβαδιάς, που με την Απόφασή του 137/1997, παραμερίζοντας την ετεροδικία της Γερμανίας, αποδέχθηκε το αίτημα των προσφευγόντων και τους επιδίκασε αποζημίωση. Την ιστορική αυτή Απόφαση επικύρωσε η Ολομέλεια του Αρείου Πάγου στην Απόφαση 11/2000. Αρκετά άλλα δικαστήρια εξέδωσαν παρόμοιες αποφάσεις με εκείνη της Λιβαδειάς, ενώ άλλα κινήθηκαν προς την αντίθετη κατεύθυνση, αποδεχόμενα την ασυλία του γερμανικού κράτους. Ωστόσο, η Απόφαση της Λιβαδειάς δεν εκτελέσθηκε ποτέ στην Ελλάδα λόγω της άρνησης των υπουργών Δικαιοσύνης να συναινέσουν στην εν λόγω εκτέλεση εις βάρος ακινήτου γερμανικών συμφερόντων, κάτι που ανάγκασε τον Γ. Σταμούλη να στραφεί στην Ιταλία προκειμένου να εκτελέσει εκείνη την εν λόγω Απόφαση, κατ’ εφαρμογή του ευρωπαϊκού Δικαίου. Μεσολάβησε η Απόφαση Μαγιέλλος και άλλοι / Γερμανίας ενώπιον του ΑΕΔ, στην οποία υπόθεση το ΑΕΔ αποφάνθηκε (6/2001) ότι δεν είχε αναδυθεί νέος εθιμικός κανόνας του διεθνούς Δικαίου, που να παραμερίζει τη δικαστική ασυλία κράτους σε περίπτωση τέλεσης τόσο σοβαρών διεθνών εγκλημάτων.

ΙΙ. Η Δίκη της Χάγης
5. Η υπόθεση διεκδίκησης αποζημιώσεων από τους Διστομίτες ή και από άλλους αναπτύχθηκε εντυπωσιακά ενώπιον και άλλων εθνικών δικαστηρίων (γερμανικών, ιταλικών) αλλά και διεθνών δικαιοδοτικών οργάνων (Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, Δικα-στήριο της ΕΕ, Επιτροπή Δικαιω-μάτων του Ανθρώπου του Διεθνούς Συμφώνου για τα Ατομικά και Πολιτικά Δικαιώματα).

6. Το όλο ζήτημα γνώρισε νέα και καθοριστική καμπή με την προσφυγή της Γερμανίας κατά της Ιταλίας στο Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης το 2008. Στην υπόθεση Δικαστικές Ασυλίες του Κράτους η Γερμανία εγκάλεσε την Ιταλία για παραβίαση των υποχρεώσεων που απορρέουν από το διεθνές Δίκαιο σχετικά με το μη σεβασμό της γερμανικής ετεροδικίας από ιταλικά δικαστήρια, τα οποία εξέταζαν αγωγές αποζημιώσεων ιδιωτών θυμάτων του Γ’ Ράιχ. Επιπλέον, ιταλικό δικαστήριο, της Φλωρεντίας, είχε αποδεχθεί τη δυνατότητα εκτέλεσης επί ιταλικού εδάφους της απόφασης του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς για τη σφαγή στο Δίστομο.

7. Στην εν λόγω υπόθεση παρενέβη η Ελλάδα τον Ιανουάριο του 20113. Παρ’ όλες τις αντιρρήσεις της Γερμανίας και μέσα σε ένα γενικότερο κλίμα άρνησης και επιφυλάξεων –και από επίσημους κύκλους– στο εσωτερικό της χώρας, το ελληνικό αίτημα για παρέμβαση ως μη διάδικος έγινε αποδεκτό από το Δικαστήριο –με Διάταξή του στις 4 Ιουλίου 2011–, γεγονός ιδιαίτερα θετικό. Μια επιτυχία που οδήγησε την Ελληνική Δημοκρατία να μετάσχει στην προφορική διαδικασία της υπόθεσης το Σεπτέμβριο του 2011. Οι ελληνικές παρατηρήσεις, που παρουσιάστηκαν στο Δικαστήριο στις 14 Σεπτεμβρίου 2011, αποσκοπούσαν στο να δώσουν στις ιστορικές αποφάσεις για το Δίστομο του Πρωτοδικείου Λιβαδειάς (137/1997) και του Αρείου Πάγου (11/2000) την προοπτική εξέλιξης του διεθνούς Δικαίου στο πεδίο της κρατικής ασυλίας μέσα και από μια γενικότερη ανάγνωση του αναδυόμενου διεθνούς εθιμικού Δικαίου, της πρακτικής κρατών, διεθνών οργάνων, διεθνών δικαστηρίων, εθνικών δικαστών κ.λπ.

ΙΙΙ. Η Απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου: Μία κριτική αποτίμηση
8. Η Απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου της 3ης Φεβρουαρίου 2012 προκάλεσε στην Ελλάδα πολλές συζητήσεις, κυρίως με αρνητική διάθεση και κριτική, ακολουθώντας και τα δικαιολογημένα –εν πολλοίς– αισθήματα απογοήτευσης που προκλήθηκαν ευρύτερα στην κοινή γνώμη, που ίσως περίμενε άλλα νέα από τη Χάγη. Ιδίως στους κύκλους των θυμάτων της Κατοχής και των κινήσεων διεκδίκησης των πολεμικών επανορθώσεων για τα εγκλήματα της ναζιστικής Κατοχής στην Ελλάδα. Ο προβληματισμός αναπτύχθηκε έντονα. Η αυθόρμητη και συναισθηματική αντίδραση –και του απλού πολίτη– βασίζεται στο αίσθημα του αδικαίωτου, σε έναν αγώνα θεμελιωμένο στις αρχές που διέπουν τη διεθνή δικαιοταξία και που απογοητεύεται από την πολιτική διαχείριση του θέματος –χρόνια τώρα– εκ μέρους των ελληνικών κυβερνήσεων. Άλλο είναι το επίπεδο προσέγγισης / αντίδρασης της διεθνολογικής κοινότητας, η οποία εξετάζει και κρίνει την Απόφαση από τη σκοπιά του διεθνούς Δικαίου. Από την πλευρά του, το ελληνικό υπουργείο Εξωτερικών τόνιζε ότι η ελληνική κυβέρνηση θα μελετήσει την Απόφαση με προσοχή, διαβεβαιώνοντας για τη «σταθερά διαχρονική θέση ότι το ζήτημα των γερμανικών αποζημιώσεων παραμένει ανοιχτό4».

9. Η Απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου επιβάλλει, ωστόσο, μια δεύτερη νηφάλια ανάγνωση, από την οποία προκύπτουν οι εξής διαπιστώσεις/παρατηρήσεις:

• Η Απόφαση ελήφθη σε μια στιγμή που η διεθνής δικαιοταξία γνωρίζει μια καθοριστική εξέλιξη για το μέλλον της, με μια διαρκώς διευρυνόμενη θέση και ρόλο του ατόμου δίπλα στα παραδοσιακά υποκείμενα του διε θνούς Δικαίου κι ενώ η κυριαρχία των κρατών γνωρίζει συνεχή συρρίκνωση. Ιδιαίτερη πρόνοια αναδύεται πλέον διεθνώς για τα θύματα παραβιάσεων δικαιω μάτων του ανθρώπου και ανθρωπιστικού Δικαίου, όπως καταγράφονται ήδη ως προς τις υποχρεώσεις των υπευθύνων κρατών να επανορθώνουν τις αντιδιεθνείς πράξεις των οργάνων τους.

• Η Απόφαση υπήρξε ατυχής για το διεθνές Δίκαιο, μία χαμένη ευκαιρία. Η προσέγγιση της πλειοψηφίας του Διεθνούς Δικαστηρίου είναι συντηρητικής κατεύθυνσης, παραμένοντας αγκυλωμένη σε αντιλήψεις παρωχημένες για το θεσμό της ετεροδικίας του κράτους.

• Ως κρίσιμη αδυναμία της Απόφασης χαρακτηρίζεται η απουσία επιχειρηματολογίας ή, όπου αυτή υπάρχει, είναι εξαιρετικά αδύναμη (βλ., π.χ., για τους κανόνες αναγκαστικού Δικαίου και την ισχύ τους).

• Η Απόφαση γυρνά το διεθνές Δίκαιο πίσω πολλά χρόνια και ενδεχομένως θα επηρεάσει αρνητικά διεθνείς θεσμούς προστασίας των δικαιωμάτων του ανθρώπου, όπως το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο των Δικαιωμάτων του Ανθρώπου, που έχει ήδη μια νομολογία ενδιαφέρουσα και ασφαλώς πιο προοδευτική (από την υπόθεση Al-Adsani στις Αποφάσεις Al-Skeini και Al-Jedda περί εξωεδαφικής εφαρμογής της ΕΥΡΣΔΑ).

• Η διαφορά Γερμανίας - Ιταλίας κατά το Δικαστήριο δεν αφορούσε την –ομολογουμένη από την ίδια– διεθνή ευθύνη της Γερμανίας ούτε την υποχρέωση επανόρθωσης της ίδιας έναντι των θυμάτων των παραπάνω παραβιάσεων. Αφορούσε μόνο στο δικονομικό ζήτημα της ετεροδικίας του κράτους και αν έπρεπε να γίνει σεβαστή ή όχι από την Ιταλία.

• Η υπόθεση του Διστόμου και γενικότερα των επανορθώσεων στην Ελλάδα δεν ήταν αντικείμενο της δίκης. Ακόμα και η εκτέλεση της Απόφασης του Πρωτοδικείου της Λιβαδειάς / Αρείου Πάγου στην Ιταλία είχε τεθεί από τη σκοπιά της διαδικασίας εκτέλεσης και της σχετικής υποχρέωσης του Ιταλού δικαστή. Το ίδιο ισχύει και για την ατυχή νομικά εγγραφή υποθήκης από τους Διστομίτες στη Villa Vigoni5.
ΙV. Η Ελλάδα απέναντι στην Απόφαση της Χάγης

10. Η Ελλάδα δεν έχασε τίποτα με την Απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου. Κάτι που να θίγει, μάλιστα, το αυτοτελές δικαίωμα της αξίωσης επανόρθωσης από τη Γερμανία με βάση την ομολογουμένη από αυτή διεθνή της ευθύνη. Η Ελλάδα επιχείρησε –αξιοποιώντας το δικαιοδοτικό δρόμο που άνοιξε με επιδεξιότητα ο ευπατρίδης Γιάννης Σταμούλης και στον οποίο πορεύτηκαν ορισμένοι Έλληνες δικαστές και στη συνέχεια Ιταλοί συνάδελφοί τους– να προωθήσει το διεθνές Δίκαιο σε ένα εξαιρετικής σημασίας εδώ και καιρό διεθνές ζήτημα, που ενδιαφέρει καταστάσεις κατόπιν σύρραξης / κατοχής, δηλαδή την επανόρθωση των θυμάτων σοβαρών παραβιάσεων του ανθρωπιστικού Δικαίου και των δικαιωμάτων του ανθρώπου, χτες η γερμανική Κατοχή και το Γ’ Ράιχ, σήμερα στη Γάζα, στο Λίβανο, στο Ιράκ κ.λπ. Και, μάλιστα, μία ατομική διεκδίκηση, μέσω άμεσων αγωγών, αφού δεν υπήρχε διπλωματική προστασία γι’ αυτούς, δεν υπήρχε διακυβερνητική δράση και ανάληψη πρωτοβουλίας από τις χώρες της ιθαγένειας των θυμάτων.

11. Η Ελλάδα, παρεμβαίνοντας στη Δίκη, σε μια περίοδο παρατεταμένης σχετικής σύγχυσης στη χώρα γύρω από τα ζητήματα ασυλίας του κράτους μετά την ιδιότροπη και βέβαια συζητήσιμη Απόφαση του Ανωτάτου Ειδικού Δικαστηρίου του 2001 (υπόθεση Μαγιέλλος και άλλοι / Γερμανίας), που ήρθε να υιοθετήσει –in extremis με 6 έναντι 5 ψήφων– μια αντίθετη θέση από εκείνη της Ολομέλειας του Αρείου Πάγου στην υπόθεση του Διστόμου αλλά και την αρνητική στάση των υπουργών Δικαιοσύνης όσον αφορά στην εκτέλεση της Απόφασης της Λιβαδειάς. Ταυτόχρονα, στη Βουλή ο επαναλαμβανόμενος κυβερνητικός / πολιτικός / κομματικός λόγος επιβεβαίωνε επίσημα ότι το ζήτημα των επανορθώσεων παρέμενε ανοιχτό, όπως και αυτό του αναγκαστικού δανείου, και ότι η Ελλάδα ουδέποτε είχε παραιτηθεί από τα σχετικά δικαιώματά της. «Εφόσον η Ελλάδα –ανεξάρτητα από επικρίσεις– δεν είχε θέσει μέχρι σήμερα στη Γερμανία και τυπικά ζήτημα γερμανικών επανορθώσεων, η παρέμβαση ήταν για λόγους ηθικούς, νομικούς, πολιτικούς επιβεβλημένη»6. Γνωρίζοντας, λοιπόν, τις δυσκολίες –πρώτα της αποδοχής μιας παρέμβασης σε Δίκη τρίτων7 και ύστερα της συζήτησης σε ένα εξ ορισμού δύσκολο νομικό θέμα για ένα θεσμό του διεθνούς Δικαίου, που κρατεί από το 19ο αιώνα– συμμετείχε σε μια διεθνή συζήτηση «ανοιχτών οριζόντων». Έδωσε τον «ωραίο αγώνα», υποστηρίζοντας προθέσεις, ιδίως για τη διεθνή δικαιο ταξία του σήμερα, ή προδιαθέσεις βασισμένες στις αξίες της Δικαιοσύνης των δικαιωμάτων του ανθρώπου. Υποστήριξε πανανθρώπινες αξίες για το άτομο απέναντι στη βία του κράτους, που κρύβεται πίσω από την κυριαρχική ασυλία του σε αυτή τη διελκυστίνδα ατόμου - κράτους8.

12. Η Απόφαση του Διεθνούς Δικαστηρίου, όποια κι αν ήταν, αποτελεί μια εξέλιξη σε μια μακρά διαδικασία για τη διεκδίκηση των επανορθώσεων. Στην Ελλάδα οφείλουμε να βγάλουμε τα συμπεράσματα που επιβάλλονται από τη θέση του Δικαστηρίου της Χάγης. Ο Έλληνας δικαστής να εκτιμήσει τις δικαιοδοσίες του υπό το φως της διαπίστωσης ότι –δυστυχώς– δεν έχει αλλάξει ακόμα το σχετικό διεθνές έθιμο. Θα πρέπει, εξάλλου, να δει ξανά και τα όρια της Απόφασης του ΑΕΔ του 2001, όργανο που ευκαιριακά αποφαίνεται για την ύπαρξη ή την ισχύ κανόνων διεθνούς Δικαίου. Από την πλευρά τους, οι ιδιώτες-θύματα της γερμανικής θηριω δίας του 1941-1944 θα πρέπει να ξαναδούν τα μέσα της δικής τους παρέμβασης, προκειμένου να προχωρήσει το θέμα της διεκδίκησης και της δικαίωσής τους. Ένα ζήτημα αυθεντικά ηθικό και δευτερευόντως νομικό και πολιτικό πρέπει να τύχει θετικής και αποτελεσματικής αντιμετώπισης, προκειμένου το κεφάλαιο «Β’ Παγκόσμιος Πόλεμος» να κλείσει οριστικά. Οι γερμανικές αναφορές ενώπιον του Δικαστηρίου, ότι απειλείται το διεθνές Δίκαιο και η διεθνής έννομη πράξη, αν προχωρήσουν και γίνουν δεκτές οι χιλιάδες αγωγές ιδιωτών που ζητούσαν ή θα ζητήσουν αποζημιώσεις για τα ειδεχθή εγκλήματα του χθες, δεν μπορούν σε καμία περίπτωση να γίνουν δεκτά, τη στιγμή που η ίδια η διεθνής κοινότητα και το διε θνές Δίκαιο προωθούν τις επανορθώσεις για την αποκατάσταση της βλάβης των θυμάτων παραβιάσεων ανθρωπιστικού Δικαίου και δικαιωμάτων του ανθρώπου σήμερα. Κι ενώ η διεθνής κοινότητα παραπέμπει στο εδώλιο του Διεθνούς Ποινικού Δικαστηρίου αρχηγούς κρατών, όπως ο Αλ Μπασίρ του Σουδάν και ο Καντάφι της Λιβύης, για εγκλήματα κατά της ανθρωπότητας. Κι ακόμα αν είναι απόλυτα υποκριτικό να προβάλλεται σήμερα ότι το ζήτημα των επανορθώσεων οφείλει να αντιμετωπίζεται σε διακρατικό επίπεδο, πώς μπορεί κανείς να μην βρεθεί ενώπιον πολιτικών διλημμάτων, που συνοδεύουν το πλαίσιο των όποιων «καλών διμερών σχέσεων» ανάμεσα στους ενδιαφερόμενους;

13. Το Διεθνές Δικαστήριο, ωστόσο, στην Απόφασή του της 3ης Φεβρουαρίου 2012, ζήτησε όπως η Γερμανία και η Ιταλία προχωρήσουν σε διαπραγματεύσεις, προκειμένου να υπάρξει αποτελεσματική επανόρθωση των θυμάτων. Ενόψει αυτού, το βασικό συμπέρασμα από τη Δίκη της Χάγης είναι ότι η ελληνική κυβέρνηση –που κάπου είχε «βολευτεί» με τις διαδικασίες των ιδιωτικών αγωγών και την Απόφαση του ΑΕΔ– θα πρέπει να επανατοποθετήσει το ζήτημα εκεί που το διεθνές Δίκαιο προβλέπει κατ’ εφαρμογή του διεθνούς Δικαίου τη διεθνή ευθύνη της Γερμανίας. Η Γερμανία έχει ήδη παραδεχθεί τις ευθύνες της για τα εγκλήματα που διέπραξε το Γ’ Ράιχ και στη Δίκη της Χάγης και, βέβαια, μεταξύ άλλων, για το Δίστομο. Κατά το διεθνές Δίκαιο, έχοντας διεθνή ευθύνη, οφείλει επανορθώσεις. Η ελληνική κυβέρνηση ας ξαναπιάσει το μίτο της Ρηματικής Διακοίνωσης του 1995 –τυπικά αναπάντητης από γερμανικής πλευράς– κι ας προβάλει ξανά, χωρίς ενδοιασμούς και επιφυλάξεις, τις αξιώσεις της για επανορθώσεις και για επιστροφή του αναγκαστικού δανείου 1942-1943. Είναι νομική, πολιτική και ηθική υποχρέωση της ελληνικής Πολιτείας μετά τον παραμερισμό από το Διεθνές Δικαστήριο της Χάγης της –ούτως ή άλλως– ύστατης καταφυγής στη διαδικασία ατομικών διεκδικήσεων για τα θύματα των ενενήντα ολοκαυτωμάτων στη χώρα μας και όχι μόνο. Ακόμη και στις τρέχουσες δύσκολες καταστάσεις πολιτικής και οικονομικής κρίσης, η Ελλάδα οφείλει να αξιώσει την «κάθαρση» στην τραγωδία της γερμανικής Κατοχής του 1941-1944. Το επιβάλλει η εθνική αξιοπρέπεια και οι αγώνες του λαού της να καλέσει τη Γερμανία σε διαπραγματεύσεις. Κι αν αυτή αρνηθεί να προσέλθει ή ακολουθήσει παρελκυστική πολιτική, επικαλούμενη αβάσιμα και έωλα επιχειρήματα (το διάβα του χρόνου, το κλείσιμο του θέματος, την εκπλήρωση υποχρεώσεων και λοιπά), τότε ανοίγει ο δρόμος ούτως ώστε να στραφεί στα νομικά μέσα διεκδίκησης, τα οποία ασφαλώς η Γερμανία και δεν θα επιθυμεί. Το παράδειγμα της προσφυγής στο Διαιτητικό Δικαστήριο του Koblenz (1972), που αναγνώρισε υποχρεώσεις της Γερμανίας και από τον Α’ Παγκόσμιο Πόλεμο και επιδίκασε αποζημιώσεις σε Έλληνες πολίτες, δείχνει και τις δυνατότητες σε μια τέτοια προοπτική. Δηλαδή, με άλλα λόγια, «ο αγώνας συνεχίζεται» μέχρι τη δικαίωση – δηλαδή, την επιβολή της Δικαιοσύνης. 

1. Για το ζήτημα αυτό στη γενική και ειδική/ελληνική διάστασή του βλ. το μόλις κυκλοφορήσαν βιβλίο: Στ. Περράκης (επιμ.), Το Ζήτημα των Γερμανικών Πολεμικών Επανορθώσεων στην Ελλάδα. Διεθνείς και Εθνικές Διαστάσεις, ΕΚΕΚΔΑΑΔ, Εκδ. Ι. Σιδέρης, Αθήνα 2012.
2.
Δυνάμει της Συμφωνίας αυτής η Γερμανία κατέβαλε στην Ελλάδα το ποσό των 115 εκατ. μάρκων για τις ζημίες που υπέστησαν Έλληνες πολίτες για λόγους φυλής, θρησκείας ή σκέψης (Ν. 4178/1961 ΦΕΚ. Α' 133).
3. Για σχετικές σημαντικές λεπτομέρειες όσον αφορά στη διαδικασία και στο ουσιαστικό περιεχόμενο της ελληνικής παρέμβασης, βλ. συνέντευξη του Στέλιου Περράκη στον Νίκο Μελέτη, στα «Επίκαιρα», τ. 99ο, 8-14/9/2011.
4. Βλ. Ανακοίνωση υπουργείου Εξωτερικών στις 3/2/2012.
5. Αφού η σχετική νομοθεσία δεν επιτρέπει τέτοιου είδους κατασχέσεις για αλλοδαπά ακίνητα με χρήση μη εμπορικού χαρακτήρα.
6.
Βλ. Στ. Περράκη, «Δίδαγμα για Διεκδικήσεις η Υπόθεση της Χάγης»,
Κυριακάτικη Ελευθεροτυπία, 17/7/2011.
7. Το ελληνικό αίτημα παρέμβασης ήταν το τρίτο στην ιστορία του Διεθνούς Δικαστηρίου με θετικό αποτέλεσμα σε σύνολο εννέα μέχρι σήμερα αιτημάτων. Για να πετύχει το εγχείρημα, έπρεπε η παρέμβαση να μην είναι υπέρ διαδίκου (Ιταλία). Η Ελλάδα παρενέβη, γιατί αποφάσεις ελληνικών δικαστηρίων που αφορούσαν σε Έλληνες πολίτες βρίσκονταν επίδικες στην Ιταλία.
8. Παρέμβαλε τις εξαιρετικά ενδιαφέρουσες απόψεις των δικαστών που μειοψήφησαν, Cançado Trindade και Yusuf, στις διιστάμενες απόψεις τους.

Δεν υπάρχουν σχόλια: